Μέντελσον, Έριχ


Μέντελσον, Έριχ
(Erich Mendelsohn, Άλενσταϊν, Πρωσία 1887 – Σαν Φρανσίσκο, ΗΠΑ 1953). Γερμανός αρχιτέκτονας. Μετά από σπουδές στο Βερολίνο και στο Μόναχο, στις αρχές της δραστηριότητάς του δημιούργησε τα περίφημα αρχιτεκτονικά προπλάσματα που κατασκεύασε στον A’ Παγκόσμιο πόλεμο και είχαν μεγάλη απήχηση στην έκθεση του Βερολίνου του 1919. Τον ίδιο χρόνο δημιούργησε τα σχέδια του αστεροσκοπείου του Πότσνταμ, έργο που αποπερατώθηκε το 1924 και αποτελεί το σημαντικότερο δείγμα της εξπρεσιονιστικής αρχιτεκτονικής. Έργα της έντονης δραστηριότητας του Μ. στην Παλαιστίνη αποτέλεσαν επίσης τα νοσοκομεία της Χάιφας (1937) και της Ιερουσαλήμ (1937-39). Ο Μ. εγκατέλειψε τη ναζιστική Γερμανία το 1933 και μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το 1941 ο Μ. εγκαταστάθηκε οριστικά στις ΗΠΑ και παρέμεινε εκεί έως το τέλος της ζωής του. Εκεί έκτισε πολλές συναγωγές και εβραϊκά κοινοτικά κέντρα και το περίφημο εβραϊκό νοσοκομείο του Σαν Φρανσίσκο (1946). Πρωτοπόρος της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, πραγματοποίησε, ιδίως στα πρώτα του κτίρια το προσωπικό του όραμα του τρισδιάστατου χώρου, μέσα στον οποίο το οικοδόμημα παρουσιάζεται κατά τρόπο οργανικά ενιαίο. Τμήμα της συναγωγής του Κλίβελαντ, έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Έριχ Μέντελσον.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • εξπρεσιονισμός — Καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κίνημα. Εκδηλώθηκε στη Γερμανία από το 1910 έως το 1925 και αντιπροσωπεύει τη γερμανική παραλλαγή της μεγάλης ευρωπαϊκής επανάστασης της πρωτοπορίας. Τον όρο ε. χρησιμοποίησε πρώτη φορά το 1901 στη Γαλλία ο ζωγράφος… …   Dictionary of Greek

  • αρχιτεκτονική — Επιστήμη που αναφέρεται στην τέχνη της οικοδομικής και στους διάφορους ρυθμούς της. Ο όρος, στην ευρύτερη έννοιά του, σημαίνει την τεχνική και την επιστήμη της κατασκευής. Όπως δείχνει η ετυμολογία του, ο όρος αρχιτέκτονας προϋπέθετε, ήδη στην… …   Dictionary of Greek

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.